κυπαρισσώνας

κυπαρισσώνας
[-ών (-ώνος)] ο кипарисовая роща

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "κυπαρισσώνας" в других словарях:

  • κυπαρισσώνας — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 330 μ., 99 κάτ.) του νομού Φθιώτιδος. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του νομού, 50 χλμ. ΒΑ της Λαμίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πελασγίας. * * * ο (Α κυπαρσσών, ῶνος) [κυπάρισσος] τόπος κατάφυτος από… …   Dictionary of Greek

  • κυπαρισσώνας — ο τόπος κατάφυτος από κυπαρίσσια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Πελασγία — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 180 μ.) του νομού Φθιώτιδας. Βρίσκεται στα BA της πρώην επαρχίας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (52 τ. χλμ.), στον οποίο ανήκουν και άλλοι 2 μικρότεροι οικισμοί, ο Κυπαρισσώνας (υψόμ. 330 μ.) και η Παραλία Πελασγίας… …   Dictionary of Greek

  • οικολογία — Τμήμα της βιολογίας που μελετά τις σχέσεις των έμβιων όντων μεταξύ τους και ιδιαίτερα με το περιβάλλον στο οποίο ζουν. Πριν από λίγο σχετικά χρόνο, η ο., ως επιστήμη μελέτης, ήταν περιορισμένη στον γεωργικό τομέα, με αντικειμενικό και πρακτικό… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»